~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~ *.......μαρξιστικά κείμενα, σκέψεις, ιδέες,* kepeme@gmail.com ...*~~~~~~~~~~~~
Διαδικτυακό Αρχείο Μαρξιστών

"Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια συμφωνία γενικά. Έχει ανάγκη από μια έξοδο από τα αδιέξοδα των μνημονίων, από μια σύνθετη πολιτική διεξόδου και αναγέννησης σε όλους τους τομείς, παραγωγικής και πνευματικής – κοινωνικής, εθνικής ανασυγκρότησης, που δεν μπορεί να γίνει μέσα από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και τους όρκους πίστης στις συνθήκες της Ε.Ε., χωρίς έναν σταθερό προσανατολισμό για μια νέα θέση της χώρας στον γεωπολιτικό άξονα. [Ο Δρόμος της Αριστεράς]

Νίκος Μπελογιάννης

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό.Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη..................................... Νίκος Μπελογιάννης
~~~~~~~~~~~~~~


* 13 Αυγούστου 2015 * 222 Θλιβερά ανθρωπάκια ψήφισαν μέσα σε μια νύχτα το 3ο κατάπτυστο Μνημόνιο που είναι και ο θάνατος των Ελλήνων, τώρα ζητούν την ψήφο μας τους λέμε ΟΧΙ μέχρι το τέλος -

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Η Κομμούνα του Παρισιού: Το πρώτο άλμα στον ουρανό




     της Σοφίας Τσάδαρη*    
Παριζιάνοι, ο αγώνας δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί από κανέναν, γιατί είναι ο αγώνας του μέλλοντος ενάντια στο παρελθόν, της Ελευθερίας ενάντια στο δεσποτισμό, της Ισότητας ενάντια στο μονοπώλιο, της Αδελφοσύνης ενάντια στην υποτέλεια, της Αλληλεγγύης των λαών ενάντια στον εγωισμό των καταπιεστών.
ΣΤΑ ΟΠΛΑ!
(Από το τελευταίο φύλλο της Journal Officiel de la République Française sous LA COMMUNE, 24-5-1871)

    Η άνοδος της εργατικής τάξης     
Η επανάσταση της 18ης Μαρτίου 1871, σύμφωνα με τον Προσπέρ Ολιβιέ Λισαγκαρέ που αφιέρωσε τα πέντε πρώτα χρόνια της αυτοεξορίας του μετά την πτώση της Κομμούνας για τη συγγραφή της ιστορίας της, είναι το υψηλότερο σημείο της παλίρροιας του αιώνα της. «Αυτό το επαναστατικό ρεύμα κυλά αδιάκοπα μέσα στην ιστορία μας, άλλοτε στο φως της μέρας και άλλοτε υπόγεια όπως κάποια ποτάμια που χάνονται στα βάραθρα ή στην άμμο για να φανούν ακόμη πιο ορμητικά κάτω απ' τον έκπληκτο ήλιο»[1]. Ο 19ος αιώνας σημαδεύεται από τη σταθερή και ακαταμάχητη άνοδο της εργατικής τάξης. Το 1830, το 1848, το 1870, στις τότε εξεγέρσεις, κυρίευε το Δημαρχείο, για να το παραχωρήσει πολύ γρήγορα σε εκείνους που έκλεβαν τις νίκες της. Το 1871 όμως θα μείνει εκεί. Θα αρνηθεί να το παραδώσει και για περισσότερο από δύο μήνες θα διοικήσει, θα κυβερνήσει, θα οδηγήσει την πόλη στη μάχη.

Το Παρίσι μετά τη Β' αυτοκρατορία (1852-1870) είναι διαμορφωμένο πολεοδομικά με βάση τα σχέδια του βαρόνου Οσμάν και περιτοιχισμένο ώστε μεταξύ άλλων να διευκολύνεται αποτελεσματικά η καταστολή κοινωνικών εξεγέρσεων. Ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, 1870-71, είναι σε εξέλιξη. Οι Παρισινοί εργάτες οπλίστηκαν από την αστική κυβέρνηση και οργανώθηκαν σε Εθνοφρουρά για την υπεράσπιση της πρωτεύουσας εναντίον των επιτιθέμενων Γερμανικών στρατευμάτων. Κατά τη διάρκεια του γαλλοπρωσικού πολέμου η πόλη υφίσταται σταδιακά πλήρη αποκλεισμό. Και τελικά βγαίνει από τον πόλεμο όχι μόνο ηττημένη και εξαντλημένη αλλά κυρίως γελασμένη και γι' αυτό εξοργισμένη για τη συνθηκολόγηση που είχε εδώ και καιρό αποφασιστεί από τη γαλλική μπουρζουαζία. Μετά τη συνθηκολόγηση του Παρισιού, η Δημοκρατική κυβέρνηση προσπάθησε να αφοπλίσει τους εργάτες. Ο πόλεμος όμως είχε ήδη αφυπνίσει μέσα τους το πνεύμα της εξέγερσης. Δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στους πάγκους της εργασίας τους, όπως ήταν πριν από τον πόλεμο. Οι Παρισινοί εργάτες αρνήθηκαν να αφήσουν τα όπλα από τα χέρια τους.

Στις 18 του Μάρτη δυνάμεις του ταχτικού στρατού επιδιώκουν την αρπαγή του πυροβολικού της εθνοφυλακής, εκείνου που είχε κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού και είχε πληρωθεί με δημόσιο έρανο. Η απόπειρα της καθεστωτικής υπό τον Θιέρσο κυβέρνησης να αφοπλίσει τους εργάτες οδηγεί «το Παρίσι να ξεσηκωθεί σαν ένας άνθρωπος»[2] και την κυβέρνηση να οργανωθεί απομακρυσμένη στις Βερσαλλίες. Κηρύσσεται πόλεμος. Στις 26 του Μάρτη, στο επαναστατημένο Παρίσι, γίνονται εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων της Κομμούνας και στις 28 του Μάρτη αυτή ανακηρύσσεται κυριαρχώντας για πενήντα περίπου ημέρες.

Στις 17 Μαΐου πράκτορες της κυβέρνησης των Βερσαλλιών ανατινάζουν την πυριτιδαποθήκη της λεωφόρου Ραπ. Τα θύματα είναι πάνω από 100. Στις 22 Μαΐου οι Βερσαλλιέζοι μπαίνουν στο Παρίσι από την πύλη του Σεν-Κλου. Στις 23 Μαΐου τα ανάκτορα του Κεραμικού καίγονται, οι Βερσαλλιέζοι καταλαμβάνουν την Μονμάρτη, σφάζονται οι πρώτοι κομμουνάροι. Στις 24 Μαΐου τα μέγαρα της Λεγεώνος της Τιμής, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του υπουργείου Δικαιοσύνης, του Δημαρχείου καίγονται. Οι Βερσαλλιέζοι καταλαμβάνουν το Πάνθεο και το Λουξεμβούργο. Οι κομμουνάροι απαντούν στις συστηματικές σφαγές των εργατών από τους Βερσαλλιέζους με τον τουφεκισμό 10 ομήρων. Στις 25 οι Βερσαλλιέζοι περικυκλώνουν τη Μπελβίλ. Στις 26 καταλαμβάνουν τη Βαστίλη. Οι κομμουνάροι αντιδρώντας τουφεκίζουν 34 ακόμη ομήρους. Στις 27 Μαΐου καταλαμβάνονται οι λόφοι Σομόν και Περ Λασέζ. Η επανάσταση καταπνίγεται. Η ένοπλη πάλη έχει λήξει. Εκείνο που συνεχίζεται είναι η σφαγή των άοπλων προλετάριων, ανδρών και γυναικών, από τα στίφη των Βερσαλλιών. Ωστόσο η άνοιξη του 1871 στο Παρίσι θα χρωματιστεί πλέον από το όραμα και τις πράξεις για έναν δίκαιο κόσμο.

Η πρώτη έφοδος στον ουρανό

Στην ιστορία της Κομμούνας συναντιέται ο γαλλοπρωσικός πόλεμος με τον ξεσηκωμό των πληβείων. Δεν ήταν η πρώτη ούτε και η τελευταία φορά στην ιστορία των επαναστάσεων και των εμφυλίων πολέμων που δημιουργήθηκαν οι συνθήκες μιας τέτοιας συνάντησης. Τα παραδείγματα είναι πολλά, από τον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο και την επανάσταση του 1905 μέχρι τη δική μας ιστορία της αντίστασης και του εμφυλίου. Έχει δίκιο ο Τρότσκι να αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι «ο πόλεμος γεννά την επανάσταση»[3]; Ισχύει η υπογράμμιση του Λένιν ότι «η βροντή των κανονιών στο Παρίσι ξύπνησε τα πιο καθυστερημένα τμήματα του προλεταριάτου από τη βαθιά τους νάρκη, δίνοντας παντού ώθηση στην επαναστατική σοσιαλιστική προπαγάνδα»[4]; Αναντίρρητα μπορούμε να πούμε ότι ο πόλεμος είναι δραστικός καταλύτης αυτής της αντίδρασης, που στη ρίζα της έχει τις ταξικές - εκμεταλλευτικές σχέσεις.

Πιο χρήσιμο είναι όμως να μετατοπίσουμε τον προβληματισμό στις πιο σύνθετες προεκτάσεις του. Ζητούμενο είναι να δει κανείς αυτά που σηματοδοτεί η συνένωση των δύο καθηκόντων που επωμίζεται η εργατική τάξη, το πανεθνικό και το ταξικό, της απελευθέρωσης από τον «εθνικό εχθρό» και αυτό της απελευθέρωσης των εργατών από τον καπιταλισμό. Προκύπτει ζήτημα ποιοτικής ιεράρχησης ή / και χρονικής αλληλουχίας ή είναι τα δύο καθήκοντα θέση ασύμβατα μεταξύ τους;

Το ταξικό ένστικτο της αστικής τάξης πάντως το απαντά χωρίς ταλάντευση. Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσους, πέρασε στον άμεσό της σκοπό, ανέλαβε την επίθεση για να αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της προκαλούσαν τον φόβο και τον τρόμο. Όπως και κάποιες δεκαετίες αργότερα οι ηγέτες της ρωσικής μπουρζουαζίας πήγαν στην Ουκρανία να εκλιπαρήσουν την κατάληψη της Ρωσίας από τα στρατεύματα του Κάιζερ, οι Βερσαλλίες δε δίστασαν να ζητήσουν τη συνδρομή του «εθνικού εχθρού» τους, ζητώντας από τον Βίσμαρκ να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους πολέμου προκειμένου να πνιγεί στο αίμα ο πραγματικός εχθρός, η εργατική τάξη. Ο δε «δολοφόνος επί πληρωμή»[5], όπως χαρακτήρισε ο Μαρξ τον Βίσμαρκ, κατάλαβε πολύ εύκολα ότι η ανατροπή σε μια χώρα είναι κακό παράδειγμα και για τις υπόλοιπες.

Ο Λένιν θεωρεί ότι οι πατριωτικές αυταπάτες «τύφλωσαν το προλεταριάτο του Παρισιού» που βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης εθνικής άμυνας και καθυστέρησε να καταλάβει ότι ήταν κυβέρνηση προδοσίας του λαού. Κατηγορεί τον Μπλανκί γράφοντας «Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί λ.χ., αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: "Η πατρίδα σε κίνδυνο!"»[6]. Το μοιραίο λάθος των Γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν, για τον Λένιν, στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Το προλεταριάτο της Ρωσίας θα θυμόταν τα διδάγματά της. «Ήξερε ότι δεν πρέπει να περιφρονεί τα ειρηνικά μέσα πάλης – τα μέσα αυτά εξυπηρετούν τα τρέχοντα, τα καθημερινά συμφέροντα και είναι απαραίτητα στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης – ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι η ταξική πάλη κάτω από ορισμένες συνθήκες παίρνει τη μορφή του ένοπλου αγώνα και του εμφύλιου πολέμου»[7]·

Ο Μαρξ ακόμη στο Μανιφέστο της Διεθνούς, τον Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντάς του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: «Βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν’ αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης»[8].

Παρά τις ταλαντεύσεις η Κομμούνα σήκωσε πρώτη το λάβαρο του διεθνισμού, ενέταξε τους ξένους στις τάξεις της και όπως και πάλι ο Λένιν σημειώνει τελικά «έβαλε σε κίνηση το σοσιαλιστικό κίνημα της Ευρώπης, έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διάλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι πανεθνικές. Η Κομμούνα έμαθε στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης»[9].

Η Κομμούνα αναγνώρισε ότι όταν η εργατική τάξη παίρνει τα πράγματα στα χέρια της δεν μπορεί να εξακολουθεί να διοικεί με την παλιά κρατική μηχανή. Υπερέβη τη φιλελεύθερη αρχή της περίφημης συνταγματικής διάκρισης των εξουσιών της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας. Η διάκριση των εξουσιών στους αστούς φιλελεύθερους υπάρχει ως μέτρο αποφυγής σφετερισμού της μιας εξουσίας έναντι της άλλης αλλά στο μαρξικό έργο δεν ξεφεύγει από μια τροποποιημένη έκφανση της ταξικής κυριαρχίας επί του προλεταριάτου. Η συγχώνευση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας που συντελείται στο «εργαζόμενο σώμα» της Κομμούνας βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τη θεωρία για τη νομοθετική εξουσία που αναπτύσσεται στα πρώιμα έργα του Μαρξ. Όπου η «νομοθετική εξουσία» δεν είναι αυτή που λειτουργεί ήδη στα πλαίσια του συνταγματικού διαχωρισμού των εξουσιών, αλλά η νομοθετική εξουσία με τη κυριολεξία του όρου. Εξουσία που έχει ρητά ως πρότυπο τη γαλλική επανάσταση και πιο συγκεκριμένα τη ιακωβίνικη Εθνοσυνέλευση.

Σε όλες τις θέσεις - διοικητικές, δικαστικές και εκπαιδευτικές - η Κομμούνα έβαλε υπαλλήλους εκλεγμένους με βάση την καθολική ψηφοφορία όλων των ενδιαφερόμενων, και μάλιστα με το δικαίωμα της ανακλητότητας των αντιπροσώπων. Ταυτόχρονα πλήρωνε τους υπαλλήλους της ανεξάρτητα από τη βαθμίδα τους με τον μισθό των άλλων εργατών. Όπως γράφει ο Μαρξ «η Κομμούνα ήταν μια επανάσταση ενάντια στο ίδιο το κράτος - αυτή την υπερφυσική αποβολή της κοινωνίας. Ήταν η επανάκτηση της δικής του κοινωνικής ζωής από τον λαό, μέσω του λαού, για τον λαό. Δεν ήταν μια επανάσταση για να μεταβιβασθεί η κρατική εξουσία από μια μερίδα των αρχουσών τάξεων σε μιαν άλλη, ήταν μια επανάσταση για τη συντριβή αυτής της ίδιας της αποτροπιαστικής μηχανής της ταξικής κυριαρχίας»[10]. Υπό αυτή την έννοια όταν ο Μαρξ προσδιορίζει την Κομμούνα ως επανάσταση ενάντια στο κράτος επιθυμεί να τονίσει την ποιοτική τομή που συντελείται με την εμφάνιση μιας εξουσίας που κατέχει από τη θέσμισή της την προοπτική της κατάργησής της σε βάθος χρόνου. Η Κομμούνα πλέον είναι η πολιτειακή δομή που από την πρώτη στιγμή εμπεριέχει την προοπτική της μετεξέλιξης σε ένα μη-κράτος.

Η Κομμούνα αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για τον Μαρξ έτσι ώστε να ξεκαθαρίσει άλυτα ζητήματα που είχαν τεθεί ήδη από τις επαναστάσεις του 1848 σε σχέση με το κράτος. Ήδη, χρησιμοποιώντας την πείρα της επανάστασης του 1848, ο Μαρξ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως η εργατική τάξη, μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, δεν θα μπορούσε να περιορισθεί στο να πάρει στα χέρια της τον αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι έπρεπε να τον διαλύσει. Η Κομμούνα ήταν η επαναφορά και επιβεβαίωση της αναφοράς στην 18η Μπρυμαίρ. Σε γράμμα του στον Κούγκελμαν θα γράψει: «Αν ρίξεις μια ματιά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου "Η 18η Μπρυμαίρ", θα δεις ότι σαν κατοπινή προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δηλώνω: να μην περάσει τη γραφειοκρατική - στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την τσακίσει και τέτοιος ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην ήπειρο. Τέτοια ακριβώς είναι και η προσπάθεια των ηρωικών μας συντρόφων του Παρισιού»[11]. Η Κομμούνα κατά συνέπεια αποτελεί το τέλος μια «διορθωτικής» πορείας του Μανιφέστου και της κάπως αφηρημένης αναφοράς του στο «πρώτο βήμα της επανάστασης… την κατάκτηση της δημοκρατίας». Από την πρόβλεψη του 1852 στο «18η Μπρυμαίρ» περνάει σε μια προσωπική επιστολή και τέλος στην οριστική αποσαφήνιση με τη δημόσιαγερμανική επανέκδοση του Μανιφέστου έναν χρόνο μετά την Κομμούνα στο οποίο διαβάζουμε: «Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»[12].

Ο Λένιν επανέρχεται σε δύο κύρια λάθη που κατέστρεψαν τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε «στη μέση του δρόμου»: «αντί ν’ αρχίσει την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον. Δεν κατέλαβε, λ.χ., τέτοια κρατικά ιδρύματα, σαν την Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για "δίκαιη ανταλλαγή" επικρατούσαν ακόμη ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Ήταν δε υπερβολικά μεγαλόψυχο: έπρεπε να εξοντώσει τους εχθρούς του. Απεναντίας προσπαθούσε να επιδράσει ηθικά επάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και, αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με αποφασιστική επίθεση ενάντια στις Βερσαλλίες, αργοπόρησε κι έδωσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών τον καιρό να συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη εβδομάδα του Μάη!»[13]

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Μέτρα δημοκρατικά και υπέρ των εργατών

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Τα μέτρα που πήρε η Κομμούνα [14] αποκαλύπτουν τον ταξικό χαρακτήρα του Παρισινού κινήματος, που μέχρι τότε βρισκόταν στο «βάθος της σκηνής», μιας και το προσκήνιο καταλάμβανε η ηρωική πράξη της του πολέμου ενάντια στην ξενική επέμβαση.
Ήταν η κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και του τακτικού στρατού στις 30 του Μάρτη, με ταυτόχρονη ανακήρυξη της εθνοφυλακής ως μοναδικής ένοπλης δύναμης στην οποία ανήκαν όλοι οι ικανοί να κρατούν όπλα πολίτες. Χάρισε όλα τα ενοίκια τον κατοικιών αναδρομικά από τον Οκτώβριο του 1870 και ως τον Απρίλιο του 1871, ανέστειλε την πώληση ενεχύρων στο δημαρχιακό ενεχυροδανειστήριο.
Την ίδια μέρα η κομμούνα αποφασίζει να δεχτεί ξένους επαναστάτες στους κόλπους της με το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Η σημαία της Κομμούνας ήταν πια «η σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας». Την πρώτη Απριλίου ορίστηκε μέγιστος μισθός στα 6000 φράγκα. Την επομένη ψηφίστηκε διάταγμα για τον χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, για την κατάργηση όλων των κρατικών επιχορηγήσεων για θρησκευτικούς σκοπούς καθώς και για τη μετατροπή όλων των εκκλησιαστικών κτημάτων σε εθνική ιδιοκτησία. Στις 8 του Απρίλη διατάχθηκε και προχώρησε σταδιακά η απομάκρυνση από τα σχολεία των θρησκευτικών συμβόλων και εικόνων , η κατάργηση των θρησκευτικών δογμάτων και προσευχών. Είχε υιοθετηθεί η αρχή ότι η θρησκεία είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση των ατόμων.
Στις 6 Απριλίου το 137 τάγμα της εθνοφυλακής αποκαθήλωσε τη λαιμητόμο καίγοντάς τη δημόσια με τον λαό να επικροτεί. Στις 12 Απριλίου αποφασίστηκε η κατεδάφιση της στήλης στην πλατεία Βαντόμ. Η χυμένη από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο Ναπολέοντας στον πόλεμο του 1809 στήλη κατεδαφίστηκε στις 16 Μαΐου επειδή αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς. 
Έναν μήνα πριν, η Κομμούνα είχε διατάξει τη στατιστική απογραφή των εργοστασίων που τα είχαν κλείσει οι εργοστασιάρχες και την επεξεργασία σχεδίων για τη λειτουργία αυτών των εργοστασίων από τους εργάτες που εργάζονταν πριν σε αυτά. Αυτοί πλέον θα οργανώνονταν σε συνεργατικούς συνεταιρισμούς και οι συνεταιρισμοί θα συνενώνονταν σε μια μεγάλη Ένωση. Στις 20 Απριλίου καταργήθηκε η νυχτερινή δουλειά για τους αρτεργάτες και τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας, τα οποία από τον καιρό της δεύτερης αυτοκρατορίας είχαν μονοπωλιακή διαχείριση διορισμένη από την αστυνομία, μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των 20 διαμερισμάτων του Παρισιού.
Στις 5 Μαΐου αποφασίστηκε η κατεδάφιση του παρεκκλησίου που είχε κτιστεί ως εξιλέωση για την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΧVI και πέντε ημέρες μετά η κατάσχεση της περιουσίας του Θιέρσου και η κατεδάφιση του σπιτιού του.
Τελευταία, μα όχι λιγότερο σημαντική υπογράμμιση είναι αυτή που αφορά εκείνες που συχνά απουσιάζουν από την επίσημη αφήγηση της ιστορίας. Όταν η κεντρική επιτροπή της εθνοφυλακής υπέβαλε την παραίτησή της στη νεοεκλεχθείσα Κομμούνα είχε ήδη καταργήσει την «αστυνομία ηθών»
του Παρισιού. Παρά τον αποκλεισμό τους από τις εκλογές της εποχής, οι γυναίκες ήταν πρωταγωνίστριες στις λαϊκές κινητοποιήσεις, στη μάχη με τον στρατό, στις συναντήσεις της γειτονιάς και τις διαδηλώσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των γυναικών ήταν «κοινής» καταγωγής. Η οικογενειακή τους κατάσταση ήταν γενικά «ανώμαλη» – σύμφωνα με την αστική ηθική – οι περισσότερες ζούσαν ανύπανδρες με άνδρες και πολλές είχαν χωρίσει από τους συζύγους τους. Πολλές από τις γυναίκες που πήγαν σε δίκη ως κομμουνάροι, είχαν ποινικό μητρώο – γεγονός που αποκαλύπτει τις συνθήκες στις πόλεις του 19ου αι. όπου οι κοινές γυναίκες χρησιμοποιούνταν συχνά ως πηγή ευχαρίστησης από πλούσιους άνδρες και πηγή κέρδους από τους φτωχούς[15]. Είναι ενδεικτικό ότι μεταξύ άλλων η Κομμούνα υιοθέτησε την ισότιμη αναγνώριση έγγαμων και άγαμων μητέρων και την προστασία των ορφανών[16].


Ένας σύγχρονος επίλογος

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ, Η ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ 
ΚΑΙ Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Κοιτάζοντας σήμερα την Κομμούνα του Παρισιού, δεν ξέρει πώς να αισθανθεί κανείς. Η ανατριχιαστική επικαιρότητα των μέσων, των σκοπών μα και των αδυναμιών της φέρνουν όχι μόνο επιβεβαίωση για όσα νωρίς διαβλέψαμε αλλά και αμηχανία για αυτά που ακόμη συζητάμε.
Η Κομμούνα, όπως μάλλον και κάθε κίνημα, δεν ήρθε «κατά παραγγελία» στο προσκήνιο. Μέσα της έδρασαν φράξιες και ρεύματα διαφορετικά όπως οι Μπλανκιστές, τα μέλη του γαλλικού τμήματος της Α΄ Διεθνούς (που κι αυτοί χωρίζονταν σε προυντονικούς και σοσιαλιστές), η δημοκρατική συμμαχία ορθόδοξων ιακωβίνων και αριστερών δημοκρατών κλπ. Η δεύτερη διακήρυξη της Α΄ Διεθνούς τον Σεπτέμβριο του 1870 προειδοποιεί τους Παρισινούς εργάτες και ο Μαρξ διατηρεί της επιφυλάξεις του: «Κάθε απόπειρα ανατροπής της νέας κυβέρνησης, τη στιγμή που ο εχθρός χτυπάει κιόλας τις πόρτες του Παρισιού, θα ήταν απεγνωσμένη τρέλα»[17]. Όταν όμως τον Μάρτιο του 1871 επιβάλλεται μια αποφασιστική μάχη στους εργάτες και αυτή την αποδέχονται, ο Μαρξ χαιρετίζει την προλεταριακή επανάσταση με ενθουσιασμό και δεν επιμένει στη στάση καταδίκης ενός «άκαιρου κινήματος». Τι σχέση έχει αλήθεια αυτή η στάση, της κριτικής για τις ανεπάρκειες και της ταυτόχρονης εμπλοκής με τη στάση της σημερινής αριστεράς των ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, με τους μεν πρώτους συχνότερα να στέκονται απέναντι και τους δεύτερους όταν συρθούν να σιγοντάρουν τις λιγότερο επικίνδυνες πλευρές των αγώνων;
Πόσες αναλογίες μπορούμε να βρούμε σήμερα με τα διλήμματα που βρήκαν οι κομμουνάροι μπροστά τους αμείλικτα να τίθενται; Η μαύρη συμμαχία ΕΕ, ΔΝΤ ελληνικών κυβερνήσεων πόσο μοιάζει αλήθεια με τις δοσοληψίες των αντίπαλων κατά τα άλλα γερμανογάλλων; Και πόσο απαραίτητο είναι να τις βάλει απέναντί του το κίνημα των εργαζομένων; Γιατί ακόμη είναι η διακύβευμα και μάξιμουμ στόχος η διαγραφή του χρέους και το πέρασμα σε δημόσιο έλεγχο των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων; Πόσο μοιάζει ο πόλεμος με την κατάσταση της κρίσης, οι ξένοι επιβολείς με τους σύγχρονους εξωτερικούς δυνάστες μας και πώς θα συναντηθεί στη δική μας συγκυρία το εθνικό καθήκον με την ταξική υποχρέωση;

Και από την άλλη πόσο τα δικά μας όργανα προσεγγίζουν την εργατική δημοκρατία της κομμούνας; Πόσο κατακτημένα είναι η ουσία των όσων διακήρυξε και πρόλαβε ή δεν πρόλαβε να κάνει; Η ανάγκη ενός αναγεννημένου πολιτικού εργατικού κινήματος, με μορφές εργατικής δημοκρατίας, αιρετότητας και ανακλητότητας, το περιεχόμενο μιας πάλης που θα βάζει στον πυρήνα το σύστημα της εκμετάλλευσης και τις πολιτικές του εκφράσεις σε διεθνές, εθνικό και τοπικό επίπεδο και η ανάγκη ανώτερης οργάνωσης των κομμουνιστών σε κόμμα - αποφασιστική στρατηγική πρωτοπορία που συντεταγμένα θα οργανώνει το καθοριστικό εργατικό πολιτικό μέτωπο και το αναγεννώμενο εργατικό κίνημα, το πολιτικό υποκείμενο με την ευρεία έννοια (αυτό που και στην κομμούνα τόσο έλλειψε), που θα παλεύει για την κομμουνιστική απελευθέρωση είναι τα ζητούμενα που προσδιορίζουν το βάθος και την έκταση των αναγκαίων αναπροσαρμογών στην πολιτική της σύγχρονης Αριστεράς! 

[1] Λισαγκαρέ Π. Ο. (2005), Η ιστορία της παρισινής κομμούνα του 1871, Ελεύθερος τύπος, Αθήνα, τ. Α. σ. 84
[2] Ένγκελς Φ. (1951), Διαλεχτά έργα Μαρξ & Έγκελς: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία,Εισαγωγή του Φ. Έγκελς και Πρώτη διακήρυξη του γενικού συμβουλίου της διεθνούς ένωσης εργατών για το γαλλο-πρωσικό πόλεμο, τ. Α. σ. 568, σ. 579
[3] Τρότσκι, Λ. (1917), «Τα Μαθήματα της Παρισινής Κομμούνας», ομιλία του Λεόν Τρότσκι στη διάρκεια της σύντομης παραμονής του στη Νέα Υόρκη,http://www.marxistbooks.gr/kommuna.htm (τελ. επίσκεψη 25/3/2005)
[4] Λένιν Β. Ι., Στη μνήμη της Κομμούνας 28-11-1911, «Άπαντα», Λένιν, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα, τόμος 20, σελ. 224 - 229, περιλαμβάνεται και στο Λισαγκαρέ Π. Ο. (2005), Η ιστορία της παρισινής κομμούνα του 1871, Ελεύθερος τύπος, Αθήνα, τ. Β. σ. 365-369
[5] Παπαρήγας, Θ., Ιστορικό της Παρισινής Κομμούνας, http://www.902.gr/eidisi/istoria-ideologia/12826/parisini-kommoyna-doxas... (τελ. επίσκεψη 25/3/2014)
[6] Λένιν Β. Ι., Τα διδάγματα της Κομμούνας, «Άπαντα», Λένιν, Σύγχρονη εποχή, Αθήνα, τόμος 16, σελ. 475-478, περιλαμβάνεται και στο Λισαγκαρέ Π. Ο. (2005), Η ιστορία της παρισινής κομμούνα του 1871, Ελεύθερος τύπος, Αθήνα, τ. Β. Στο διαδίκτυο http://ilesxi.wordpress.com/2012/03/19/%CE%BF-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%C... (τελ. επίσκεψη 26/3/2014)
[7] ο.π.
[8] ο.π.
[9] ο.π.
[10] ο.π.
[11] Κ.Μαρξ γράμμα προς Κούγκλεμαν, [London] April 12, 1871,http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/letters/71_04_17.htm , και στο Λένιν Ι.Β. (1961), Διαλεχτά Έργα: Κράτος και επανάσταση, Παπακώστα, Αθήνα, σ209-210
[12] Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς για τη γερμανική έκδοση του "Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος", Λειψία 1872https://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1848/com-man/gpref1... (τελ. επίσκεψη 25/3/2014) και στο Λένιν Ι.Β. (1961), Διαλεχτά Έργα: Κράτος και επανάσταση, Παπακώστα, Αθήνα, σ209
[13] Λένιν Β. Ι. (1975), Για την Κομμούνα: Τα διδάγματα της Κομμούνας23-05-1908,περιλαμβάνεται και στο Λισαγκαρέ Π. Ο. (2005), Η ιστορία της παρισινής κομμούνα του 1871, Ελεύθερος τύπος, Αθήνα, τ. Β. σ. 363-364
[14] Σε όλη τη βιβλιογραφία και συνοπτικά στο Ένγκελς Φ. (1951), Διαλεχτά έργα Μαρξ & Έγκελς: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Εισαγωγή του Φ. Έγκελς, τ. Α. σ. 568-570
[15] Castells M., The City and the grassrootshttp://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE... (τελ. επίσκεψη 25/3/2014)
[16] Μαρίνου Ξ. (2011), Πρόλογος στο Η Κραυγή του λαού, ΚΨΜ, Αθήνα
[17] Μαρξ, Κ. (1951), Διαλεχτά έργα Μαρξ & Έγκελς: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία,Δεύτερη διακήρυξη του γενικού συμβουλίου της διεθνούς ένωσης εργατών για το γαλλοπρωσικό πόλεμο (και στην αντίστοιχη του 1871), τ. Α. σ. 593 (και σ.596)
ΠΡΙΝ 23/3/14

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Για την απήχηση του φασισμού || του Οδυσσέα Αϊβαλή




Στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας η απήχηση του φασισμού και του ναζισμού στις λαϊκές τάξεις εμφανίζεται διαφοροποιημένη. Η εργατική τάξη επηρεάστηκε σε μικρό βαθμό από τον φασισμό, ενώ εκδήλωσε μορφές αυθόρμητης εργατικής αντίστασης. Αντίθετα η μικροαστική τάξη, παραδοσιακή και νέα, στράφηκε μαζικά προς τον φασισμό και το ναζισμό. Κοινωνικά, ο φασισμός βρήκε τη βάση του στη μικροαστική τάξη των πόλεων και σε μια νέα αστική τάξη της υπαίθρου που δημιουργήθηκε από τον μετασχηματισμό της αγροτικής ιδιοκτησίας σε ορισμένες περιοχές [1].
Η μικροαστική τάξη προσέφερε την κοινωνική βάση για τη μετατροπή του φασισμού από συμμορία σε μαζικό κόμμα. Τα μικροαστικά στερεότυπα αναπαράγονται κυριαρχικά από τον φασισμό (εθνικισμός, ρατσισμός, σεξισμός), αλλά όχι ως μοναδικά στοιχεία του φασιστικού λόγου. Ο φασιστικός ιδεολογικός λόγος απευθύνεται με διαφορετικούς τρόπους σε κοινωνικές τάξεις και μερίδες της κοινωνίας, οργανώνοντας την ηγεμονία του κεφαλαίου.

Εθνική ενότητα: ένα ιδεολογικό υπερόπλο.
Βασική αιτία της απήχησης του φασισμού στις λαϊκές τάξεις ήταν η προβολή της εθνικής ενότητας. Πρόκειται για ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού και της εξελικτικής διαδικασίας της αστικής δημοκρατικής επανάστασης. Ο ναζισμός και ο φασισμός βασίστηκαν σε έναν βαθμό στον εθνικιστικό επεκτατισμό, αλλά χάρη στην επίκληση της εθνικής ενότητας μπόρεσαν να αποκτήσουν λαϊκή απήχηση, ιδιαίτερα στις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου και στους μικροαστούς. Ο Μουσολίνι παρουσιάζονταν ως συνεχιστής του Γκαριμπάλντι και ο Χίτλερ του Μπίσμαρκ. Αντίστοιχα, τμήματα της “αριστερής” πτέρυγας του ναζιστικού κόμματος υιοθέτησαν την ρητορική του αντιιμπεριαλισμού, οδηγώντας σε μία κατά παρέκκλιση αποδοχή του φασιστικού λόγου. Την ίδια στιγμή, τμήματα των λαϊκών τάξεων στράφηκαν στον φασισμό εξαιτίας της αποτυχίας των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας και της Γερμανίας να διεκδικήσουν επαναστατικούς στόχους και να προτάξουν μία διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι, όταν έπαψε η Αριστερά να προβάλλει ως εναλλακτική λύση, τα τμήματα αυτά των λαϊκών τάξεων θεώρησαν ότι ο φασισμός ήταν ο μόνος ικανός να πετύχει την κοινωνική αλλαγή [2].
Σε σχετική αναλογία, στις εκλογές του 2012, η Χρυσή Αβγή είχε τα μεγαλύτερα ποσοστά της στους ανέργους (12%), στους εργοδότες και αυτοαπασχολούμενους (11%) και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (11%) [3]. Δηλαδή στα εξαθλιωμένα τμήματα του ανενεργού εργατικού δυναμικού και στην μικροαστική τάξη που νιώθει την απειλή της φτωχοποίησης. Η αυξανόμενη προλεταριοποίηση των στρωμάτων αυτών και η μαζικοποίησή τους είναι δυο πλευρές του ίδιου φαινομένου. Ο φασισμός προσπαθεί να οργανώσει τις δημιουργούμενες φτωχοποιημένες τάξεις, χωρίς να αλλάξει τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Η επαγγελία του είναι να βρουν οι μάζες ένα τρόπο έκφρασης χωρίς να δικαιώνονται [4].

Η κρίση ως εθνοκρατικός ανταγωνισμός.
Η εθνική αφήγηση σε περιόδους κρίσης ευνοεί σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη του εθνικισμού. Η προβολή της εθνικής αναδίπλωσης ως λύσης για τη σωτηρία, προδιαγράφει την αύξηση των εθνικών ανταγωνισμών. Η αναπαραγωγή εθνικών αφηγημάτων εμποδίζει και επιβραδύνει την ριζοσπαστικοποίηση των εργαζόμενων τάξεων, προβάλλοντας την κρίση ως ανταγωνισμό μεταξύ κρατών, και κυρίως, συσκοτίζοντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις.
Η Αριστερά αποτελεί παράγοντα ριζοσπαστικοποίησης των δυνάμεων της εργασίας, που αποδομεί την κυρίαρχη αφήγηση και προτάσσει την κοινωνική διάσταση της συγκυρίας. Η θεωρία της εξάρτησης του ελληνικού καπιταλισμού και η συναφής αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική, αντίθετα, υποβαθμίζουν τη σύγκρουση μεταξύ των τάξεων στον κοινωνικό σχηματισμό και αναπαράγουν την εθνική πρόσληψη της σύγκρουσης. Έννοιες όπως αυτή της αποικίας χρέους, που μετατρέπουν την ταξική προέλευση του χρέους (φορο-ασυλία και φοροαποφυγή του μεγάλου κεφαλαίου, πακέτα στήριξης στον χρηματοπιστωτικό τομέα) σε εξωτερική επέμβαση, είναι σήμερα το πιο γνωστό προϊόν της τάσης αυτής στο διάλογο περί κρίσης.

Περί εξάρτησης.
Οι θεωρίες της εξάρτησης που ευδοκιμούν στη ελληνική Αριστερά έχουν τις ρίζες τους στις αναλύσεις του ΚΚΕ για την αστικοτσιφλικάδικη Ελλάδα την δεκαετία του 1930, που προέβαλλαν την προτεραιότητα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης έναντι της σοσιαλιστικής. Αυτή η θεωρία των σταδίων (πρώτα η αστικο-δημοκρατική, μετά η εργατική-σοσιαλιστική επανάσταση) ήταν ταυτόσημη με τον οικονομισμό, την μηχανιστική αφήγηση της αντίθεσης ολιγαρχίας-λαού και την απεμπόληση οποιαδήποτε αντικαπιταλιστικού προτάγματος. Η υιοθέτηση των αφηγημάτων της εξάρτησης αφενός αθωώνει την ελληνική αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους, αφετέρου ματαιώνει οποιοδήποτε αγώνα των εκμεταλλευόμενων, μιάς και ο αντίπαλός τους βρίσκεται έξω και μακριά, και δεν φαίνεται να τον επηρεάζει οποιαδήποτε διεκδίκηση.

Ποιος κερδίζει από το Μνημόνιο;
Η φράση «αν δεν υπήρχαν τα μνημόνια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε» αναδεικνύει την επιλογή του ελληνικού κεφαλαίου και όχι του «ξένου» και όχι μόνο του «μεγάλου», που με πολύ συνειδητό τρόπο επιτίθεται στις δυνάμεις της εργασίας, επιχειρώντας μέσα από τη μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευσή τους να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική κρίση και να μετατρέψει ακόμα περισσότερο την κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας [5]. H επιλογή της μνημονιακής πολιτικής από το ελληνικό κεφάλαιο φαίνεται ξεκάθαρα από τη βελτίωση της κερδοφορίας των 500 μεγαλύτερων ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων κατά 18,8% το 2011 και την αντίστοιχη κερδοφορία των 500 μεγαλύτερων ελληνικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, με συνολικά κέρδη 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ (έρευνα της Τράπεζας Πληροφοριών για την Οικονομία STAT BANK [6].

Ο ιμπεριαλισμός είναι …καπιταλισμός.
Η υπερεκτίμηση του ιμπεριαλισμού και του γεωπολιτικού στοιχείου υποβαθμίζει την ταξική πάλη στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού. Χωρίς να υποτιμάται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού, το διεθνές πεδίο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας δεν καταργεί την αυτονομία των κρατών-κρίκων της αλυσίδας, αλλά κατά κάποιον τρόπο τη σχετικοποιεί και την αναδιοργανώνει. Η ιμπεριαλιστική αλυσίδα αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου συγκροτούνται και αναπτύσσονται οι διαφοροποιούμενες εθνικές στρατηγικές, πάντα αντιθετικές και αναμφίβολα άνισες όσον αφορά την ισχύ τους. Την ίδια στιγμή, το σύνθετο παιχνίδι εντός της αλυσίδας επιδρά επάνω στους κρατικούς κρίκους που τη συνθέτουν. Η αλυσίδα πρέπει να αναπαραχθεί ως καπιταλιστική, γεγονός που σημαίνει ότι, καθώς κάθε ιδιαίτερη αστική στρατηγική αναπτύσσεται, συμβάλλει σε τελευταία ανάλυση στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού εν γένει ως σταθερής σχέσης ταξικής εξουσίας [7]. Η ταξική πάλη στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, είναι πρωταρχική.

Ζητήματα προτεραιοτήτων: το παράδειγμα της Βενεζουέλας.
Τα εθνικά κράτη παραμένουν οι βασικοί τόποι για την εκτεταμένη αναπαραγωγή της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η δε προτεραιότητα της ταξικής πάλης στο εσωτερικό τους μπορεί να εξηγηθεί με πολλά εμπειρικά παραδείγματα, ένα από τα οποία είναι και το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Τσάβες στην Βενεζουέλα το 2002. Ο Τσάβες απήχθη για 47 ώρες από μέλη του στρατού και επιχειρηματίες, οι οποίοι βρίσκονταν σε στενή συνεργασία με το κράτος των Η.Π.Α. Στην θέση του τοποθέτησαν τον πρόεδρο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της χώρας, τον Πέντρο Καρμόνα, ο οποίος ακύρωσε συντάγματα και τα υπουργικά συμβούλια. Οι εκμεταλλευόμενες τάξεις στη Βενεζουέλα που είχαν εκλέξει τον Τσάβες ξεσηκώθηκαν, με την αρχή να γίνεται στο Καράκας, ενώ η αστυνομία δεν μπορούσε να τους καταστείλει. Η προεδρική φρουρά ανακατέλαβε το προεδρικό Μέγαρο και ο Τσάβες επέστρεψε στη θέση του.

Αντί συμπεράσματος.
Καταλήγοντας, φαίνεται ότι η υποβάθμιση της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού και η επιλογή της Αριστεράς διαχρονικά, να δίνει κατά προτεραιότητα αντι-ιμπεριαλιστικές μάχες και αγώνες «ανεξαρτησίας» από το ξένο κεφάλαιο, μεταθέτει την κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας σε αντίθεση Ξένου-Πατριώτη, μετατρέποντας την πάλη των τάξεων σε πάλη μεταξύ των εθνών. Έτσι, η ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης που προτάσσει την εθνική ενότητα πάνω απ’όλα, διατηρείται ακέραια. Αυτό το σχήμα αντίθεσης ξένου εναντίον πατριώτη οδηγεί σε εκδοχές ηγεμονευόμενης συμμαχίας της Αριστεράς και των εργαζόμενων τάξεων με το μικρό και το μεσαίο κεφάλαιο, ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο και στους ξένους ιμπεριαλιστές, και απο εκεί, στην υιοθέτηση σοσιαλδημοκρατικών και διαχειριστικών λύσεων που οδηγούν τελικά στην ενσωμάτωση.
Η Αριστερά διεκδικεί τη δημιουργία ενός συνασπισμού εξουσίας με την ηγεμονία των εργαζόμενων τάξεων στο πλαίσιο συμμαχιών με τμήματα της μικροαστικής τάξης που ριζοσπαστικοποιούνται. Ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ της αστικής τάξης και της εργατικής αλλάζει, στον βαθμό που εδραιώνονται οι συμμαχίες της εργατικής τάξης με τις άλλες λαϊκές τάξεις. Πρόκειται για μια διαδικασία αδιάκοπη και σταδιακή, που εξελίσσεται μέσα στους αγώνες, με την προσχώρηση στις ταξικές τοποθετήσεις της εργατικής τάξης [8].

_____________
Σημειώσεις:
[1] Gramsci, A. Ο φασισμός και οι πολιτικές του, Selections from political writings (1921-1926).
[2] Πουλαντζάς, Ν.(1984). Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού. Στο: Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, Αθήνα: Θεμέλιο.
[3] http://www.publicissue.gr/2043/koinwniko_profil_6_2012/
[4] Benjamin,W. (1936), Ο φασισμός ως αισθητικοποίηση της πολιτικής.
[5] Λάσκος, Χ. & Τσακαλώτος, Ε. (2012), 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι. Αθήνα: ΚΨΜ.
[6] http://www.statbank.gr/content/article/26590.html
[7] Μηλιός, Γ. & Σωτηρόπουλος, Δ. (2010), H έννοια του ιμπεριαλισμού και η Μαρξική θεωρία του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, Θέσεις, τ. 110.
[8] Πουλαντζάς, Ν.(2008), Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.


Πηγή: rednotebook.gr

Διαβάστε επίσης:
Είμαστε με τον θάνατο ή με τη ζωή την ίδια; || του Αποστόλη Λάλου
Να τελειώνουμε με το σύστημα που γεννά το φασισμό || του Δημήτρη Κουσουρή
Κόψε φάτσες και βγάλε συμπέρασμα.|| του Κώστα Καίσαρη
Τώρα που γίναμε όλοι αντιφασίστες.|| του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
Εδωδιμοπωλείον η Χρυσή Αυγή.
Οι χρυσαυγίτες ως….»νεοναζίστας»
Είδα το ΦΑΣΙΣΜΟΣ Α.Ε.|| πιτσιρίκος
Ζώντας από μέσα τη δίκη Κασιδιάρη
Για τους άλλους φοιτητές || του Θωμά Τσαλαπάτη
Ο αντιαισθητικός λαϊκισμός των ελίτ: Οι παππούδες των ΚΑΠΗ σε ρόλο «κυνηγών κεφαλών».|| του Σωτήρη Λαινά

- δείτε: http://www.tokaravani.gr/2013/10/gia-tin-apichisi-tou-fasismou-tou-odissea-aivali/#sthash.BR0xWRsO.dpuf